τραπεζώδης
τρᾰπεζ-ώδης, ες,
- = τραπεζοειδής, χωρίον Str. 17.1.37, cf. Ruf. Oss. 24, Sor. Fract. 14.
τραπεζώδης, ης, ες [ᾰ] c. τραπεζοειδής, Str. 811.
Étym. τράπεζα, -ωδης.
τραπεζώδης, ες, zsgzn statt τραπεζοειδής.