τραυματοθεραπεύω
τραυματοθεραπεύω, treat wounds
τραυμᾰτο-θερᾰπεύω,
- treat wounds, pf. inf. τραυμαραπευκέναι (sic) BGU 647.11, 23 (ii A. D.).
τραυματοθεραπεύω, treat wounds