τραπητής
τραπητής, wine-presser
τρᾰπητής, οῦ, ὁ, (τραπέω)
- wine-presser, Hsch. s.v. πατηταί; οἶνος
τραπητής, ὁ, der Weinpresser, Hesych., Erkl. von πατητής.
τραπητής, wine-presser