τραύλωσις Save LSJ Bailly 2024 τραύλωσις, εως, ἡ, = τραυλότης, Gal. 18(1).51. τραύλωσις, εως (ἡ) c. le préc. Gal. 18a, 51. Étym. *τραυλόω de τραυλός.