τραυματισμός
τραυματισμός, wounding
τραυμᾰτ-ισμός, ὁ,
- wounding, Ruf. ap. Suid. s.v. Ῥοῦφος.
τραυματισμός, οῦ (ὁ) [ᾰ] action de blesser, Ruf.
Étym. Suid. vo Ῥοῦφος.
τραυματισμός, wounding