τρηχυβατέω Save LSJ Bailly 2024 Pape τρηχῠβᾰτέω, τρηχύνω, τρηχύς, τρήχυσμα, τρηχυσμός, Ion. for τραχ-. τρηχυ·βατέω, v. *τραχυβατέω. τρηχυβατέω, ion. = τραχυβατέω.