About Report a problem

Menu

τρικαλάμιος

τρικαλάμιος, involving three reeds

τρι-κᾰλάμιος [λᾰ], α, ον,
  • involving three reeds, ὀνειροθαυπτάνη (sic, v. ὀνειραυτοπτικός) τρικαλαμία PMag.Par. 1.3172.

Saved

Recent