Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τρικέραμον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τριηροποιικός
τριηροποιός
τριήρων
τριθάλασσος
τριθάλαττος
τριθάλεια
τριθαλής
τριθαλλίαι
τριθεΐα
τριθεΐτης
τριθέλυμνος
τρίθετος
τριθημέρη
τριθημερινός
τρίθρονος
τρίθυρον
τριθύς
τρίιππον
τρίϊππος
τρικαλάμιος
τρικαλίνδητος
Τρικάρανον
Τρικάρανος
τρικάρανος
τρικαρανοστρεφής
τρικάρηνος
τρίκαρπος
τρικέλλαρον
τρίκεντρον
τρικεράμιον
τρικέραμον
τρικέρβερος
τρίκερως
τρικέφαλος
Τρίκη
Τρικκαῖος
Τρίκκη
τρίκκος
τρικλαρία
τρικλιναρχία
τρικλινιάρχης
τρικλινικός
τρικλίνιον
τρίκλινον
τρίκλινος
τρικλινοσάξ
τρίκλυστος
τρίκλωνος
τρίκλωστος
τρίκογχος
τρικόκκια
τρίκοκκος
τρικόλλυβον
τρικόλουρος
τρικόλωνος
τρικόνδυλος
τρικόνητος
τρίκορος
Τρικόρυθόνδε
τρικόρυθος
τρικόρυμβος
…
τρικέραμον
Save
LSJ
τρῐ-κέρᾰμον, τό, a liquid measure, ib.
Sammelb.
6965, al.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}