τριοειδής
τριοειδής, triple in form
τρῐοειδής, ές,
- triple in form, τὸ μεσότητι προσκεχρημένον τ. Pythag. ap. Porph. VP 51.
τριο·ειδής, ής, ές, semblable à trois, Porph.
Étym. τρεῖς, εἶδος.