Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τρυπανώδης
τρυπανώδης, piercing
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τρύζω
τρυήλα
τρυήλης
τρυηλίς
τρύηλις
τρυλίζω
τρυλισμός
τρυλλίζω
τρύλλιον
τρῦμα
τρυμαλιά
τρυμαλῖτις
τρυμάτιον
τρύμη
τρύξ
τρύξοντα
τρυξώδης
τρύος
τρῦπα
τρυπαλώπηξ
τρυπάνη
τρυπανία
τρυπανίζω
τρυπανικός
τρυπάνιον
τρυπανισμός
τρυπανοειδής
τρυπανοειδῶς
τρύπανον
τρυπανοῦχος
τρυπανώδης
τρυπάω
τρύπη
τρύπημα
τρυπημάτιον
τρύπησις
τρυπητέον
τρυπητήρ
τρυπητής
τρυπητός
τρυσάνωρ
τρυσίβιος
τρυσίμοχθος
τρυσίππειον
τρυσίππιον
τρῦσις
τρύσκει
τρύσκω
τρυσμός
τρυσσόν
τρυσσός
τρυτανεύω
τρυτάνη
τρυτανίζω
Τρύτων
Τρύφαινα
τρυφαίνω
τρύφακτος
τρυφάλεια
τρυφάλη
τρυφαλίς
…
τρυπανώδης
Save
τρυπανώδης, piercing
LSJ
τρυπᾰν-ώδης, ες,
piercing,
συναίσθησις
Paul.Aeg.
3.43.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}