τρυπητής
τρυπητής, borer
τρῡπ-ητής, οῦ, ὁ,
- borer, Pl. Cra. 388d.
τρυπητής, οῦ (ὁ) [ῡ] celui qui fait un trou, Plat. Crat. 388d.
Étym. τρυπάω.
τρυπητής, [ῡ], ὁ, der Bohrende, Plat. Crat. 388d.
τρυπητής, borer