τρυφάλη Save LSJ Pape τρυφάλη· περικεφαλαία, τρεῖς ἔχουσα λαμπροὺς ἀστέρας, ἢ ἥλους, Hsch. τρυφαλίς, v. τροφαλίς. τρυφάλη, ἡ, = τρυφάλεια, nur Hesych.