τρυσίβιος
τρυσίβιος, wearing out life
τρῡσί-βῐος [σῐ], ον, (τρύω)
- = τετρυμένον βίον ἔχουσα, γαστήρ Ar. Nu. 421.
τρυσί·βιος, ος, ον [ῡσῐ] fait aux privations, Ar. Nub. 421.
Étym. τρύω, βίος.
τρυσίβιος, [ῡ], das Leben aufreibend, erschöpfend, es kärglich u. mühselig machend, Ar. Nub. 420 γαστήρ ; – bei Poll. 6.27 Ggstz von ἁβροδίαιτος, kärglich lebend.
τρυσίβιος
τρῡσί-βιος, ον,
τρύω
- wearing out life, Ar.