τρυφερεύομαι
τρῠφερ-εύομαι, Pass.,
- = τρυφεραίνομαι, LXX Es. 15.6:—hence τρῠφέρ-ευμα, ατος, τό, in pl., gloss on βαυκίσματα, AB 225.
τρυφερεύομαι [ῠ] vivre dans la mollesse, Spt. Esth. 45, 3.
Étym. τρυφερός.
τρυφερεύομαι, pass., = τρυφεραίνομαι, Sp.