τρυφητικός
τρυφητικός, voluptuous
τρῠφ-ητικός, ή, όν,
- voluptuous, Eust. 1910.39.
τρυφητικός, ή, όν [ῠ] sensuel, Clém. Pæd. 2, 10, 110 ||
Cp. -ώτερος, Clém. Pæd. 3, 11, 56 et 73.
Étym. τρυφάω.
τρυφητικός, gern prassend, schwelgerisch, Clem.Al.