Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τρυφερωδῶς
τρυφερωδῶς, delicately
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τρυσσός
τρυτανεύω
τρυτάνη
τρυτανίζω
Τρύτων
Τρύφαινα
τρυφαίνω
τρύφακτος
τρυφάλεια
τρυφάλη
τρυφαλίς
τρύφαξ
τρυφάω
Τρυφέρα
τρυφεραίνομαι
τρυφεραμπέχονος
τρυφερεύομαι
τρυφερία
τρυφερόβιος
τρυφεροδίαιτος
τρυφερόομαι
τρυφερός
τρυφερόσαρκος
τρυφεροστήμων
τρυφερότης
τρυφερόφθαλμος
τρυφερόχρως
τρυφεροχρώς
τρυφερόχρωτος
τρυφερώδης
τρυφερωδῶς
τρυφερῶς
τρυφή
Τρύφη
τρυφηλός
τρυφηλῶς
τρύφημα
τρυφήρης
τρυφητής
τρυφητίας
τρυφητιάω
τρυφητικός
Τρυφιόδωρος
τρυφοκαλάσιρις
τρύφος
τρύφω
τρυφώματα
Τρύφων
Τρυφῶσα
τρυχαλέος
Τρύχας
Τρύχατα
τρυχηλός
τρυχηρός
τρύχινος
τρυχίον
τρύχνον
τρύχνος
τρυχνόω
τρῦχος
τρυχόω
…
τρυφερωδῶς
Save
τρυφερωδῶς, delicately
LSJ
τρῠφερωδῶς, Adv.
delicately,
Phot.
s.v. νοσακερῶς.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}