τυμπανικός
τυμπανικός, suffering from τυμπανίας ὕδρωψ
τυμπᾰν-ικός, ή, όν,
- suffering from τυμπανίας ὕδρωψ, Alex.Trall. 10.
τυμπανικός, ή, όν [ᾰ] atteint de l’hydropisie τυμπανίας, A. Tr. 9, 522, 524.