τυμπανίτης
τυμπᾰν-ίτης [ῑ], ου, ὁ,
- = τυμπανίας I, Cels. 3.21.2, Gal. 14.746, Gloss.
τυμπανίτης, ου (ὁ) [ᾰῑ]
1 c. τυμπανίας, Gal. 2, 382 ; A. Tr. 3, p. 519 ||
2 malade atteint d’hydropisie, hydropique, Hérodotus (Méd. p. 293, 23 Matthäi) conj.
τυμπανίτης, ὁ, = τυμπανίας, sp. Med.