τυραννοποιός
τυραννοποιός, a maker of tyrants
τῠραννο-ποιός, ὁ,
- maker of tyrants, Pl. R. 572e.
τυραννο·ποιός, ός, όν [ῠ] qui fait ou crée des tyrans, Plat. Rsp. 572e.
Étym. τύραννος, ποιέω.
τυραννοποιός, Tyrannen machend, Plat. Rep. IX.572e.
τυραννοποιός
τῠραννο-ποιός, οῦ, ὁ,
ποιέω
- a maker of tyrants, Plat.