τύλαρος
τύλᾰρος [ῠ], ὁ,
- = μάνδαλος, and τῠλᾰρόω, = μανδαλόω, Hsch.
τύλαρος, ὁ,
1) dim. von τύλος.
2) = μάνδαλος, Hesych.
1) dim. von τύλος.
2) = μάνδαλος, Hesych.