φερόλβιος
φερόλβιος, bringing happiness
φερ-όλβιος, ον,
- bringing happiness, Orph. H. 64.12, 68.2.
φερ·όλβιος, ος, ον, qui apporte le bonheur, Orph. H. 63, 12.
Étym. φ. ὄλβος.
φερόλβιος, glück bringend, Orph. H. 63.12.