φερεσσίπονος Save LSJ Bailly 2024 Pape φερεσσίπονος [ῐ], ον, = φερέπονος, IG 14.1015. φερεσσί·πονος, ος, ον [ῐ] c. φερέπονος, Epigr. anon. 1026. φερεσσίπονος, poet. statt φερέπονος, Welck. Syllog. epigr. 135.5.