Φερσεφόνη
Φερσεφόνη,
- poet. for Περσεφόνη, Pi. O. 14.21; Φερσεφόνας ἔδος, of Acragas, Id. P. 12.2, cf. Pl. Cra. 404c; φερσεφόνεια Orph. H. 24.11, al.:—Adj. φερσεφόνειος, α, ον, δώματα AP 7.483. (Expld. as τὸ διὰ τῶν καρπῶν φερόμενον καὶ φονευόμενον πνεῦμα Cleanth.Stoic. 1.124.)
Φερσε·φόνη, ης (ἡ) c. Περσεφόνη, Sim. Epigr. 127 ; Anth. 7, 58, etc. ||
➳ Dor. Φερσεφόνα [ᾱ] Sapph. fr. 119, 2 Bgk ; Pd. O. 14, 21, etc.