φιλοζήλως
φιλοζήλως, zealously
φῐλο-ζήλως, Dor. φῐλο-ζάλως, Adv.
- zealously, διατίθεσθαι ποτʼ αὐτούς Hippodam. ap. Stob. 4.1.95.
φιλο·ζήλως [ῐ] adv. avec une grande ardeur, Hippodam. (Stob. Fl. 43, 94).
Étym. φ. ζῆλος.