φιλοκρόταλος
φιλοκρόταλος, loving rattles
φῐλο-κρότᾰλος, ον,
- loving the κρόταλα, θυμέλαι AP 9.505.8.
φιλο·κρόταλος, ος, ον [ῐᾰ] qui aime les castagnettes, Anth. 9, 505.
Étym. φ. κρόταλον.
φιλοκρόταλος, die Klapper, das Geklapper liebend, θυμέλαι ep. (IX.505.8).
φιλοκρόταλος
φῐλο-κρότᾰλος, ον,
κρόταλον
- loving rattles, Anth.