φιλοκτημοσύνη
φιλοκτημοσύνη, covetousness
φῐλο-κτημοσύνη, ἡ,
- covetousness, Ptol. Tetr. 177.
φιλοκτημοσύνη, ης (ἡ) [ῐῠ] amour des richesses, cupidité, Bas. 1, 496d.
Étym. φιλοκτήμων.
φιλοκτημοσύνη, ἡ, = φιλοκτησία, Sp.