φιλόκυνος Save LSJ Bailly 2024 Pape φῐλό-κῠνος, f.l. for -κυβος in Adam. Phgn. 1.9. φιλό·κυνος, ος, ον [ῐῠ] c. φιλοκύων, Adam. Physiogn. 1, 339. φιλόκυνος, = φιλοκύων, Polem. Physiogn. 1.6.