φιλοκτήματος Save LSJ Bailly 2024 Pape φῐλο-κτήμᾰτος, ον, = foreg., Ptol. Tetr. 64. φιλο·κτήματος, ος, ον [ῐᾰ] c. le préc. Procl. Ptol. 92. Étym. φ. κτῆμα. φιλοκτήματος, = φιλοκτήμων, Ptolem.