φιλοπτόλεμος
φῐλοπτόλεμος, φῐλόπτολις, poet. for φιλοπόλεμος, φιλόπολις.
φιλο·πτόλεμος, ος, ον [ῐ] c. φιλοπόλεμος, Il. 16, 65, etc.
φιλοπτόλεμος, poet. statt φιλοπόλεμος, Hom.
φιλοπτόλεμος
[φιλ-, φίλος + πτόλεμος.]
Loving war, warlike : ἑτάροισιν Il. 23.5.
Epithet of the Myrmidons Il. 16.65, Il. 23.129.
Of the Trojans Il. 16.90, 835, Od. 17.194.
Of the Greeks Il. 17.224, Il. 19.269, Il. 20.351.
Of the Leleges Il. 21.86.
φιλοπτόλεμος : fond of war, warloving. (Il.)