φιλόπρακτος
φῐλό-πρακτος, ον,
- = φιλοπράγμων, Ptol. Tetr. 160.
φιλό·πρακτος, ος, ον [ῐ] c. φιλοπράγμων, Ptol. Tetr. 3, 160 ; Procl. Ptol. 225.
φιλόπρακτος, = φιλοπράγμων, Procl. paraphr.Ptolem.