φιλοποτία Save LSJ Bailly 2024 Pape φῐλο-ποτία, ἡ, = φιλοποσία, Phryn. PS p.35 B. φιλοποτία, ας (ἡ) [φῐ] c. φιλοπονία, Hpc. de Morb. 2, 28. φιλοποτία, ἡ, = φιλοποσία, Hippocr. u. Phryn.; s. Lobeck Phryn. 522.