φιλοπότις Save LSJ Bailly 2024 Pape φῐλο-πότις, ιδος, fem. of φιλοπότης, Ael. VH 2.41. φιλο·πότις, ιδος (ἡ) [φῐ] fém. c. φιλοπότης, El. V.H. 2, 41. φιλοπότις, ἡ, fem. von φιλοπότης, Ael. V.H. 2.41.