φιλόβορος Save LSJ Bailly 2024 φῐλό-βορος, v. φιλόβρωτος. φιλό·βορος, ος, ον [ῐ] vorace, au sup. -ώτατος, Hermés. (Stob. Ecl. 1, 960). Étym. φ. βορά.