φιλογαθής
φιλογαθής, [Dor. for -γη-] loving mirth, mirthful
φῐλο-γᾱθής, ές, Dor. for φιλογηθής (q. v.).
φιλο·γαθής, ής, ές, v. φιλογηθής.
φιλογαθής, [ᾱ], ές, dor. statt φιλογηθής, Aesch. Spt. 901.
φιλογαθής
φῐλο-γᾱθής, ές
Doric for φιλογηθής.