φιλόβρωτος
φιλόβρωτος, voracious
φῐλό-βρωτος, ον,
- voracious, dub. in Herm. ap. Stob. 1.49.44 (Sup. -βρωτάτου, v.l. -βορωτοτάτου; -βορωτάτου cj. Meineke).