φορεαφόρος
φορεαφόρος, litter-bearer
φορεᾱφόρος or φορειᾱφόρος, ὁ,
- litter-bearer, Plu. Galb. 25, D.L. 5.73; φοριοφόρος, Gloss.
φορεα·φόρος, ου (ὁ) [ᾱ] c. φορειαφόρος, DL. 5, 73.
φορεαφόρος, [ᾱ], ὁ, l.d. für φορειαφόρος.