φυλάκιον Save LSJ Bailly 2024 Pape φῠλᾰκ-ιον, v. φυλακεῖον. φυλάκιον, ου (τὸ) [ῠᾰ] c. φυλάκειον, Pol. 10, 30, 6 ; App. Ill. 26. φυλάκιον, τό, = φυλάκειον, Pol. 10.30.6, und sonst als v.l.