φυλάκισσα Save φυλάκισσα, phylacistes LSJ Bailly 2024 Pape φῠλᾰκ-ισσα, ἡ, = φυλακίς, LXX Ca. 1.6. φυλάκισσα, ης (ἡ) [ῠλᾰ] gardienne, Spt. Cant. 1, 6, etc. Étym. φύλαξ. φυλάκισσα, ἡ, = φυλακίς, LXX.