Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φυλακία
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φυκιώδης
φυκογείτων
φυκόθριξ
φῦκος
φυκοτύχη
Φυκοῦς
φυκοφάγος
φυκόω
Φύκτεον
Φυκτεύς
φύκτιμος
φυκτός
φυκώδης
φύλαγμα
φυλαδόν
φυλάζω
φυλακά
Φυλάκα
φυλακάρχης
φυλακεία
φυλάκεια
φυλακεῖον
φυλάκειον
Φύλακες
φυλακεύς
φυλακή
Φυλάκη
φυλακῆες
Φυλακῆθεν
Φυλακηΐς
φυλακία
Φυλακία
Φυλακίδας
Φυλακίδης
φυλακίζω
φυλακικός
φυλάκιον
Φυλάκιον
Φυλάκιος
φυλακίς
φυλάκισσα
φυλακιστής
φυλακιτεύω
φυλακίτης
φυλακιτικός
φυλακῖτις
φυλακός
φύλακος
Φύλακος
φυλάκους
φυλακτέος
φυλακτήρ
φυλακτηρία
φυλακτηριάζω
φυλακτήριον
φυλακτήριος
φυλάκτης
φυλακτικός
φυλακτικῶς
φυλακτός
φύλακτρον
…
φυλακία
Save
LSJ
φῠλᾰκ-ία, ἡ,
=
foreg.,
PRyl.
90.13 (iii A. D.); ἱεροῦ
POxy.
1627.12 (iv A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}