φυλακιτεύω
φυλακιτεύω, serve as φυλακίτης
φῠλᾰκ-ῑτεύω,
- serve as φυλακίτης, Sammelb. 4309.3 (iii B. C.): c. acc., φ. τὴν τοπαρχίαν PHib. 1.34.1 (iii B. C.).