χήρειος
χήρειος, widowed
χήρ-ειος, α, ον,
- widowed, λέκτρα AP 9.192 (Antiphil.): Ion. χηρήϊος, οἶκος Antim. 99.
χήρειος, α, ον, de veuf, de veuve, Anth. 9, 192 ||
➳ Ion. χηρήϊος, Antim. 99 Kinkel.
Étym. χῆρος.
χήρειος, verwittwet, verwaist, χήρεια λέκ τρα Antiphil. 11 (IX.192).
χήρειος, α, ον
χήρα
- widowed, Anth.