χηρεία
χηρεία, widowhood
χηρ-εία, ἡ,
- widowhood, Th. 2.45, LXX Mi. 1.16, Sor. 1.31, etc.: pl., χηρείαις τὸν ἅπαντα χρόνον μείνασα IG 14.1960.5.
- II metaph., want, διὰ χηρείαν ἐπιστήμης Ph. 1.358; νόθῳ κόσμῳ χηρείᾳ γνησίου Id. 2.492.
χηρεία, ας (ἡ)
1 veuvage, Thc. 2, 45 ; Spt. Esaï. 47, 9 ; 54, 4 ||
2 privation, manque, Phil. 1, 358 ; 2, 492.
Étym. χηρεύω.
χηρεία, ἡ, der Wittwenstand, Thuc. 2.45.
χηρεία, ἡ,
χηρεύω
- widowhood, Thuc.