χειρολαβίς
χειρολαβίς, plough-handle
χειρο-λᾰβίς, ίδος, ἡ, = foreg., Hero Spir. 1.5: esp.
- plough-handle, Poll. 1.252.
χειρολαβίς, ίδος, ἡ, Handgriff, bes. die Handhabe am Pfluge, Poll.
χειρολαβίς, plough-handle