χειρομύλη
χειρομύλη, a hand-mill
χειρο-μύλη [ῠ], ἡ,
- hand-mill, X. Cyr. 6.2.31.
χειρο·μύλη, ης (ἡ) [ῠ] moulin à bras, Xén. Cyr. 6, 2, 31.
χειρομύλη, ἡ, = χειρόμυλος, Xen. Cyr. 6.2.31.
χειρομύλη
χειρο-μύλη, ἡ,
- a hand-mill, Xen.