χειρόμυλον Save LSJ Pape χειρό-μῠλον, τό, = χειρομύλη, Cass.Fel. 40, Gloss.; also χειρό-μῠλος, ὁ, ib., Edict.Diocl. 15.55. χειρόμυλον, τό, = χειρόμυλος.