χιμαιροθύτης
χιμαιροθύτης, goat-sacrificer
χῐμαιρο-θύτης [ῠ], ου, ὁ,
- goat-sacrificer, AP 6.300 (Leon.).
χιμαιρο·θύτης, ου (ὁ) [ῐῠ] qui sacrifie des chèvres, Anth. 6, 300.
Étym. χίμαιρα, θύω.
χιμαιροθύτης, ὁ, der Ziegen opfert, Leon.Tar. 13 (VI.300).
χιμαιροθύτης
χῐμαιρο-θύτης (ῠ), ου, ὁ,
- goat-sacrificer, Anth.