Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χιμαιροφύλαξ
χιμαιροφύλαξ, goatherd
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χιλιοπλάσιος
χιλιοπλασίων
χιλιοπλασίως
χιλιόπους
χίλιος
χιλιοστός
χιλιοστύς
χιλιοτάλαντος
χιλιοφόρος
χιλιόφυλλος
χιλιόχρυσος
χιλιόω
χιλίωρος
χιλοποιέομαι
χιλός
χιλόω
χίλωμα
Χίλων
Χιλώνειος
Χιλωνίς
χιλωτήρ
χίμαιρα
Χίμαιρα
χιμαιράς
χιμαίρειος
χιμαιρίς
χιμαιροβάτας
χιμαιροβάτης
χιμαιροθύτης
χιμαιροφόνος
χιμαιροφύλαξ
χιμάρα
Χιμάρα
χιμάραρχος
χιμαροκτόνος
χίμαρος
χιμαροσφακτήρ
Χίμαρρος
χιμέθλη
χίμεθλον
χιμέτλη
χιμετλιάω
χίμετλον
Χινδαῖοι
Χιογενής
χιογενής
χιοειδής
Χιομάρα
χῖον
χιόνεος
Χιόνη
Χιονίδης
χιονίζω
χιονικός
χιόνινος
χιόνιον
χιόνιος
Χίονις
χιονισμός
χιονόβας
χιονόβατος
…
χιμαιροφύλαξ
Save
χιμαιροφύλαξ, goatherd
LSJ
χῐμαιρο-φύλαξ [ῠ], ακος, ὁ,
goatherd,
A.D.
Adv.
188.27.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}