χιμαροκτόνος
χῐμᾰροκτόνος, ον,
- = χιμαιροφόνος, Opp. C. 1.233.
χιμαρο·κτόνος, ος, ον [ῐᾱ] meurtrier de la Chimère, Opp. C. 1, 233.
Étym. χίμαρος, κτείνω.
χιμαροκτόνος, = χιμαιροφόνος ; Gaetul. 3 (VI.190); Opp. Cyn. 1.233.