χιμέτλη Save LSJ Bailly 2024 χῐμέτλ-η, ἡ, = χίμετλον, Dsc. 1.128, 2.42. χιμέτλη, ης (ἡ) [ῑ] engelure, Diosc. 1, 149, 183 ; 2, 44, etc. Étym. cf. χειμών.