χονδρίον
χονδρίον, granule or lump
χονδρ-ίον, τό, Dim. of χόνδρος, Hp. Art. 45 (pl.); expld. by πίναξ, κέραμος, Hsch.
χονδρίον, ου (τὸ) dim. de χόνδρος, Hpc. Art. 810.
χονδρίον, τό, dim. von χόνδρος, Hesych. Bei Poll. 7.18 = χονδροκοπεῖον.